Δημοφιλείς αναρτήσεις

Σάββατο 22 Φεβρουαρίου 2014

Τα γλέντια του χωριού

Οι ημέρες της Αποκριάς συνήθως φέρνουν στο μυαλό μας γλέντια που στήνονταν εκείνες τις ημέρες. Τα γλέντια ήταν αυθόρμητα αρκεί να υπήρχαν μουσικοί να παίξουν. Τα μουσικά όργανα που κυριαρχούσαν ήταν το νταούλι, ο ζουρνάς ή η γκάιντα. Και αν δεν υπήρχε νταούλι ή ζουρνάς σίγουρα υπήρχε κάποιος γκαϊτατζής, κάτοικος του χωριού. Ας θυμηθούμε λοιπόν κάποια παλιά, αλλά οικεία ακούσματα. 

Πατήστε επάνω στο κείμενο: Ενήλικες Νταούλια και ζουρνάδες 
(από το ΣύλλογοΤερπνιωτών Θεσσαλονίκης)



Γκάιντα



Τρίτη 18 Φεβρουαρίου 2014

Οι Αποκριές...

Καθώς διανύουμε τη δεύτερη εβδομάδα της Αποκριάς ας θυμηθούμε κάποια από τα έθιμα του χωριού τις ημέρες αυτές.
Τα παλιότερα χρόνια τις ημέρες των τριών εβδομάδων της Αποκριάς, ή μάλλον τις νύχτες της περιόδου αυτής, άκουγες ήχους από φωνές ανθρώπων, των "καρναβαλιών", που γύριζαν στους δρόμους.  Ακουγόταν ο ήχος "Α" διακεκομμένος, καθώς τα καρναβάλια χτυπούσαν με την παλάμη το στόμα τους. Ήταν ένας ήχος συνθηματικός και ειδοποιούσε "φθάνουμε, ερχόμαστε, ανοίξτε μας!".
Παρέες, παρέες τα καρναβάλια γυρνούσαν από σπίτι σε σπίτι, χωρίς στολίδια, χωρίς ιδιαίτερη προετοιμασία. Μια παλιά ρόμπα, μια μαντίλα, ένα ζευγάρι γάντια, κανένα ζευγάρι μπότες, ένα παλιό καλσόν στο πρόσωπο, μια κουβέρτα ή ένα σεντόνι μπορούσαν να γίνουν ένα από τα πολύτιμα αξεσουάρ, που έφταναν για να μεταμορφωθεί κάποιος σε καρναβάλι.
Στη συνέχεια με κέφι και έντονη διάθεση για πειράγματα τόσο τα καρναβάλια όσο και οι οικοδεσπότες που τα δέχονταν στο σπίτι περνούσαν πολύ όμορφα. Άλλοι άλλαζαν τη φωνή τους, άλλοι έμεναν βουβοί, άλλοι επιδείκνυαν τα "πλουμιστά" στολίδια τους. Στο τέλος έφθανε η ώρα της αποκάλυψης, αν δεν είχαν καταφέρει οι οικοδεσπότες να τους γνωρίσουν.
Η μικρή επίσκεψη τέλειωνε με ένα μικρό κέρασμα. Και η παρέα ξεκινούσε για άλλα σπίτια, για άλλους γνωστούς ή συγγενείς που περίμεναν.
Και φανταστείτε τι γινόταν όταν συναντιόνταν πολλές παρέες καρναβαλιών στο δρόμο... 



Πέμπτη 11 Ιουλίου 2013

Οι κούνιες του Αγίου Γεωργίου

Μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του '60 οι κούνιες στην Κάτω Καμήλα Σερρών αποτελούσαν ένα έθιμο με το οποίο οι άνθρωποι υποδέχονταν την άνοιξη και γιόρταζαν τον ερχομό του καλού ανοιξιάτικου καιρού. 

Η παραμονή του Αγίου Γεωργίου ήταν η πρώτη ημέρα της άνοιξης, που κατασκευάζονταν οι κούνιες. Για χρονικό διάστημα 3-4 ημερών, όσο διαρκούσε και το πανηγύρι για τη γιορτή του Αγίου Γεωργίου, οι κάτοικοι του χωριού κατασκεύαζαν τις κούνιες σε σημεία του χωριού που είχε μεγάλη ανοιχτωσιά (γνωστή και ως πουλιάνα), στα οποία είχε απαραίτητα ένα μεγάλο και σταθερό δέντρο. 


Οι νέοι και νέες του χωριού μαζεύονταν γύρω από την κούνια. Άλλες κοπέλες κουνιούνταν στην κούνια, άλλες κοπέλες τραγουδούσαν (τρεις-τρεις) και άλλοι χόρευαν. 



Στη διάρκεια που κάποια κοπέλα κουνιόταν, κάποιες άλλες κρατώντας τσουκνίδες στα χέρια τους προσπαθούσαν να τη χτυπήσουν στα πόδια λέγοντας "πες μας ποιον αγαπάς". Αν η κοπέλα στην κούνια δεν μαρτυρούσε το μυστικό της, τότε όσοι από κάτω είχαν αναλάβει να την κουνάνε, την πήγαιναν ακόμη ψηλότερα. Συνήθως το μυστικό δεν αποκαλύπτονταν. 

Το έθιμο ήταν μια αφορμή για να βρεθούν όλοι μαζί και να διασκεδάσουν. 

Πηγές:

Προφορικές μαρτυρίες των οικείων μου

Τρίτη 23 Απριλίου 2013

Σήμερα μαύρος ουρανός

Το τραγούδι "Σήμερα μαύρος ουρανός" τραγουδιέται στην Κάτω Καμήλα Σερρών το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης προς ξημερώματα της Μεγάλης Παρασκευής από τις μεγαλύτερες γυναίκες του χωριού, που παραμένουν στην εκκλησία για να  "ξενυχτήσουν" το Χριστό. 

Η καταγραφή των στίχων, όπως παρουσιάζεται στη συνέχεια, έγινε πριν 35 χρόνια περίπου με το στόχο τη διατήρηση του τραγουδιού και του συγκεκριμένου εθίμου.

Σήμερα μαύρος ουρανός,
σήμερα μαύρη μέρα.
Σήμερα όλοι θλίβονται
και τα βουνά λυπούνται.
Σήμερα βάλανε βολή
οι άνομοι Εβραίοι,
οι άνομοι και τα σκυλιά
κι οι τρισκαταραμένοι,
για να σταυρώσουν το Χριστό,
των πάντων Βασιλέα.
Κι ο Κύριος ηθέλησε
να μπει σε περιβόλι
να λάβει Δείπνο Μυστικό,
για να τον λάβουν όλοι.
Κι η Παναγιά η Δέσποινα
καθόταν μοναχή της
τας προσευχάς της έκανε
για τον Μονογενή της.
Φωνή της ήρθε εξ ουρανού
κι απ’ Αρχαγγέλου στόμα:
Φτάνουν κυρά μου οι προσευχές,
φτάνουν και οι μετάνοιες
τον γιο σου τον επιάσανε
και στα χαλκιά τον πάνε,
σαν κλέφτη τον επιάσανε
και σαν φονιά τον πάνε
και στου Πιλάτου τις αυλές
εκεί τον τυραννάνε.
Χαλκιά, χαλκιά φτιάξτε καρφιά,
φτιάξτε τρία πιρούνια.
Μα εκείνος, ο παράνομος
βαράει και κάμει πέντε.
Συ Φαραγιέ που τα φτιαξες,
πρέπει να μας διδάξεις.
Τώρα που με ρωτήσατε,
εγώ θα σας διδάξω.
Βάλτε τα δυο στα χέρια του
και τ’ άλλα δυο στα πόδια
το πέμπτο το φαρμακερό
βάλτε το στην καρδιά του,
να τρέξει αίμα και νερό
να λιγωθεί η καρδιά του.
Κι η Παναγιά σαν τ’ άκουσε
έπεσε και λιγώθη,
στάμνες νερό της ρίξανε,
τρία κανάτια μόσχο
και τρία νεροδόσταμνα
για να της έρθει ο νους της.
Και σαν της ήρθε ο λογισμός
και σαν της ήρθε ο νους της
ζητάει μαχαίρι να σφαγεί,
φωτιά να πέσει μέσα,
ζητάει γκρεμό να γκρεμιστεί
για τον Μονογενή της.
Λάβε κυρά μου υπομονή,
λάβε κυρά μου ανέση.
Μα πώς να λάβω υπομονή,
μα πώς να λάβω ανέση
ένανε γιο μονάκριβο
και κείνον σταυρωμένο.
Η Μάρθα κι η Μαγδαληνή,
και του Λαζάρου η μάνα
και του Ιακώβου η αδελφή
κι οι τέσσερις αντάμα,
πήραν το δρόμο το δρομί,
δρομί το μονοπάτι
το μονοπάτι τις έβγαλε
μπρος στου ληστού την πόρτα.
Βλέπουν την πόρτα σφαλιστή
και τα κλειδιά παρμένα
και τα ψηλά παράθυρα
σφιχτά μανταλωμένα.
Άνοιξε πόρτα του ληστού
και πόρτα του Πιλάτου.
Κι η πόρτα από το φόβο της
ανοίγει μοναχή της.
Βλέπουν δεξιά, βλέπουν ζερβά
κανέναν δε γνωρίζουν,
βλέπουν και δεξιότερα,
βλέπουν τον Άγιο-Γιάννη,
Άγιε μου Γιάννη Πρόδρομε,
και βαπτιστή του γιου μου
μην είδες τον Υγιόκα μου
και σε διδάσκαλό σου;
Δεν έχω στόμα να σου πω,
γλώσσα να σου μιλήσω,
δεν έχω χεροπάλαμο
για να σου Τον εδείξω.
Σου δίνω στόμα να μου πεις,
γλώσσα να μου μιλήσεις,
σου δίνω χεροπάλαμο
για να μου Τον εδείξεις.
Τώρα που μου τα έδωσες
εγώ θα σου Τον δείξω.
Βλέπεις εκείνον τον γυμνό,
τον παραπονεμένο
όπου φορεί στην κεφαλή
αγκάθινο στεφάνι,
όπου φορεί πουκάμισο
στο αίμα βουτηγμένο,
εκείνος είν’ ο γιόκας σου
και με διδάσκαλός μου
Κι η Παναγιά πλησίασε,
γλυκά Τον εμιλάει.
Δε μου μιλάς παιδάκι μου,
δε μου μιλάς παιδί μου.
Τι να σου πω μανούλα μου,
που διάφορα δεν έχει.
Μόνο το Μέγα Σάββατο,
κοντά στο μεσονύχτι,
όταν λαλήσει ο πετεινός,
σημάνουν οι καμπάνες,
σημάνει η γης, σημάνει ο Θεός,
σημάνουν τα ουράνια
σημάνει κι η Αγια – Σοφιά
με τρεις χρυσές καμπάνες.
Τότε και συ μανούλα μου,
θα ‘χεις χαρές μεγάλες.
Όποιος το λέει σώζεται,
όποιος τ’ ακούει αγιάζει,
κι όποιος το καλοαφουγκραστεί
παράδεισο θα λάβει
παράδεισο και λίβανο
κι από τον Άγιο Τάφο. 


Κυριακή 12 Αυγούστου 2012

Οι κούνιες

Μετά τη δεκαετία του '60 το έθιμο με τις κούνιες του Αγίου Γεωργίου έσβησε. Όμως οι κούνιες παρέμειναν μια απλή συνήθεια με σκοπό την ψυχαγωγία των παιδιών μικρών και μεγάλων, αλλά και των μεγαλυτέρων μελών της οικογένειας. Συνήθως κατασκευάζονταν, όταν ο κόσμος βρισκόταν έξω στις αυλές τους σε διάφορες γιορτές, ή στην εξοχή την ημέρα της Πρωτομαγιάς. Η συνήθεια χαρακτηριζόταν από την ανεμελιά, το κέφι και τη χαρά όσων συμμετείχαν.

Η απλή κούνια
Εφόδια για την κατασκευή
Μια κούνια μπορούσε να φτιαχτεί και σε οποιαδήποτε άλλη στιγμή, αρκεί να υπήρχαν τα απαραίτητα εφόδια, τα οποία ήταν:
  • ο καλός καιρός αποτελούσε πρωταρχικό σύμμαχο, καθώς η κούνια γινόταν έξω στην αυλή.
  • ένα χοντρό σχοινί, συνήθως αυτό που χρησιμοποιόταν για τις αγροτικές δουλειές στα χωράφια π.χ. για να δέσουν το τριφύλλι (γιοντζέ) στο κάρο.
  • ένα μικρό ή μεγάλο κουρέλι για κάθισμα.
  • λίγη διάθεση από κάποιον «μεγάλο», καθώς απαιτούνταν ύψος και δύναμη για το πέταγμα του σχοινιού και το πέρασμά του πάνω από ένα κλαδί.
...Ξεχάσαμε όμως το βασικότερο
  • το δέντρο που στο πιο γερό κλαδί του φτιαχνόταν η κούνια. 
Οδηγίες κατασκευής και χρήσης
Ένας μεγάλος (γονιός, παππούς κλπ.) έπαιρνε το σχοινί και το πετούσε προς το πιο γερό κλαδί του δέντρου. Το σχοινί έπρεπε να περάσει πάνω από το κλαδί και να κατέβει πάλι προς τα κάτω. Στο σημείο που συναντιόνταν οι δύο άκρες του γινόταν ένας δυνατός κόμπος. Σημαντικό κριτήριο ήταν το ύψος που γίνονταν ο κόμπος, καθώς χρειαζόταν αυτός που κουνιόταν να ακουμπά με ευκολία τα  πόδια του στο χώμα και να βοηθά στο "κούνημα", ρυθμίζοντας τις κινήσεις του. Το κουρέλι τοποθετούνταν διπλωμένο πάνω στο δεμένο σχοινί για να υπάρχει άνεση στο κάθισμα.

Συνήθως περίσσευε ένα κομμάτι σχοινιού στην άκρη του κόμπου, το οποίο χρησιμοποιούνταν από κάποιον άλλο φίλο ή γονιό για να «κουνήσει», δηλαδή να βοηθήσει  αυτόν που κουνιόταν να πηγαινοέρχεται δεξιά - αριστερά, χωρίς εκείνος να βάζει δύναμη.  Αν υπήρχε ανοιχτό μέρος το καλύτερο που μπορούσε να κάνει, όποιος κουνιόταν, ήταν να παίρνει δύναμη μόνος από τα πόδια του στο ξεκίνημα και από τις κινήσεις του σώματός του εμπρός και πίσω στη συνέχεια.

Η κούνια «βάρκα»

Υλικά, οδηγίες κατασκευής και χρήσης
Η κατασκευή αυτής της κούνιας «βάρκας» απαιτούσε περισσότερο χρόνο και χρειάζονταν δύο δέντρα ή δύο δοκάρια ενός υπόστεγου για να μπορέσει να στηθεί. Το σχοινί περνιόνταν από το κλαδί κάθε δέντρου (όπως και στην απλή κούνια) ή στο πάνω μέρος του κάθε δοκαριού. Οι δύο άκρες του ενώνονταν στο τέλος με κόμπο στη μέση. Η βασική διαφορά της με την απλή κούνια ήταν το διπλό σχοινί και το μεγαλύτερο μέγεθος.
Η κατασκευή της κούνιας  αυτής δεν τελείωνε τόσο εύκολα. Ένα δεύτερο άτομο βοηθούσε απομακρύνοντας το ένα σχοινί από το άλλο και τότε ο "κατασκευαστής" της κούνιας τοποθετούσε ένα μεγάλο κουρέλι ή ένα παλιό χαλί. Το τοποθετούσε αρχικά κάτω από τα δυο σχοινιά και στη συνέχεια έφερνε την κάθε άκρη του πάνω και μέσα από κάθε σχοινί.  Στο εσωτερικό δημιουργούνταν η θέση, το κάθισμα, η «βάρκα» όπως ονομάζονταν. Αυτή η "βάρκα" για να σταθεί χωρίς να πέφτει χρειάζονταν στα πλαϊνά της δύο κομμάτια ξύλου ή γερά κλαδιά, τα οποία κρατούσαν αντίσταση και το κουρέλι κρατιόταν γερά αντέχοντας την πίεση από το σώμα.
Πολλές φορές σ’ αυτή την κούνια κάθονταν και δύο ή και τρία άτομα. Πιο τυχερός ήταν όποιος μπορούσε να έχει όλη την «βάρκα» δική του, να ξαπλώσει στο εσωτερικό της και να έχει κάποιον να τον κουνά! Φυσικά τα ατυχήματα στην περίπτωση της κούνιας αυτής ήταν μερικές φορές αναπόφευκτα, καθώς έφευγαν τα ξύλα και το κουρέλι ή το χαλί άνοιγε και ο επίδοξος αναβάτης έπεφτε χωρίς να το καταλάβει.

Παιδικά τραγούδια για τις κούνιες
Μερικές φορές κάποιος συνόδευε όποιον κουνιόταν, σπρώχνοντας από την πίσω πλευρά της κούνιας και λέγοντας το παρακάτω τραγούδι:

Κούνια μπέλα,  
έπεσε η κοπέλα
μέσα στη βαρέλα!
Γριτσι γριτσι τσέλα
μες την αμουτσέλα,
έσπειραν κουκάρια
και μαργαριτάρια.
Από πίσω απ’ τη μηλιά
κουτσιλήσαν τα πουλιά,
πήραν φτυάρι και κασμά
ένα – δύο – τρία!


Επιπλέον πληροφορίες
Επιπλέον πληροφορίες και λεπτομέρειες για το έθιμο της κούνιας σε άλλες περιοχές της Ελλάδας μπορείτε να δείτε στο άρθρο «Λαογραφικές σελίδες» της εφημερίδας Δημοκράτης της Μυτιλήνης, καθώς και στο άρθρο «Οι κούνιες» από το Περιοδικό «Κύτταρο Ιερισσού».  



Πηγές:
  • Προσωπικές μνήμες
  • Προφορικές μαρτυρίες και πληροφορίες από τους οικείους μου